Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής έχουν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των ερευνητών τα τελευταία χρόνια. Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής συνήθως, πρωτοεμφανίζονται στην εφηβική ηλικία. Ειδικότερα, η ψυχογενής ανορεξία και η βουλιμία είναι ασθένειες που κυρίως αφορούν στις γυναίκες καθότι είναι 8-9 φορές συχνότερες σε αυτές από ό,τι στους άνδρες. Τα τελευταία χρόνια όμως, η διαφορά αυτή φαίνεται να μικραίνει. Τα στοιχεία που καταγράφονται άτυπα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για περεταίρω συστηματική έρευνα και καταγραφή των νόσων αυτών: τα ποσοστά των πασχόντων αγγίζουν έως και 2% του πληθυσμού στην περίπτωση της Ψυχογενούς Ανορεξίας και 4% στην Ψυχογενή Βουλιμία. Στις χρόνιες περιπτώσεις Ψυχογενούς Ανορεξίας τα ποσοστά θνησιμότητας (θανάτων) φτάνουν το 25%. Οι δε γονείς των πασχόντων από ανορεξία, συνήθως καθυστερούν πολύ να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα και να αναζητήσουν θεραπεία.

Στην Ελλάδα, δεν έχει  διεξαχθεί συστηματική καταγραφή/έρευνα για τις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής. Παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς, υπάρχουν απόπειρες καταγραφής των διαταραχών πρόσληψης τροφής στην Ελλάδα, είναι απαραίτητο να διεξαχθεί συστηματική  έρευνα  ώστε να προκύψουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία και μια συστηματική μελέτη για την καταγραφή του προβλήματος.

Επιπλέον, στη χώρα μας δεν έχει υλοποιηθεί μεθοδευμένη πανελλαδική καμπάνια  ενημέρωσης/αφύπνισης του πληθυσμού τόσο προς το ευρύ κοινό (μαθητές, έφηβοι, εκπαιδευτικοί, γονείς) όσο και προς τα ειδικά κοινά (ιατρική κοινότητα, και εμπλεκόμενοι φορείς).  Οι γονείς ως επί τω πλείστον  δεν αναγνωρίζουν τα συμπτώματα ενώ οι περισσότεροι γιατροί λόγω έλλειψης ενημέρωσης χορηγούν ορμόνες ή φάρμακα στους ασθενείς, τα οποία περιορίζουν ορισμένα συμπτώματα αλλά δεν θεραπεύουν τις σύνθετες, πολυπαραγοντικές ασθένειες των διαταραχών πρόσληψης τροφής.

Για αυτό το λόγο, κρίνεται επιβεβλημένο ένα σχέδιο δράσης για την ενημέρωση/αφύπνιση του πληθυσμού που θα περιλαμβάνει  επιμέρους ενέργειες στοχευμένες στις δυνατότητες και ανάγκες των διαφορετικών κοινών-στόχων (μαθητές, έφηβοι, εκπαιδευτικοί, γονείς, ιατρική κοινότητα, εμπλεκόμενοι φορείς).