Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής συνήθως, πρωτοεμφανίζονται στην εφηβική ηλικία. Περίπου το 0,5-2% των γυναικών πάσχει από νευρογενή ανορεξία και το 2-4% από βουλιμία. Η ψυχογενής ανορεξία και η βουλιμία είναι κυρίως πρόβλημα, που αφορά στις γυναίκες καθότι είναι 8-9 φορές συχνότερες σε αυτές από ό,τι στους άνδρες. Τα τελευταία χρόνια όμως, η διαφορά αυτή φαίνεται να μικραίνει. Ενώ στις ΗΠΑ η ψυχογενής ανορεξία αποτελεί την 3η συχνότερη νόσο στις έφηβες. Αντίθετα, η ψυχαναγκαστική υπερφαγία εμφανίζεται περίπου στην ίδια συχνότητα και σε γυναίκες και σε άνδρες (1,5:1) σε ένα ποσοστό γύρω στο 5% του πληθυσμού.

Η ψυχογενής ανορεξία είναι μια από τις πιο επικίνδυνες ψυχιατρικές καταστάσεις αφού το 5-20% περίπου των ασθενών θα πεθάνει, λόγω επιπλοκών της ασθένειας. Από τις πιο τελευταίες έρευνες στην Αμερική υποστηρίζεται οτι 10% των νέων γυναικών του γενικού πληθυσμού παρουσιάζουν συμπτώματα Βουλιμιάς.

Στην Αμερική, περίπου 10 εκατομμύρια γυναίκες και 1 εκατομμύριο άνδρες δίνουν μάχη ζωής και θανάτου με διαταραχές πρόσληψης τροφής όπως η ανορεξία ή η βουλιμία. Εκατομμύρια άλλοι ταλαιπωρούνται από επεισόδια υπερφαγίας. Λόγω της μυστικοπάθειας και της ντροπής που συνδέεται με τις διαταραχές πρόσληψης τροφής, πολλά περιστατικά ενδεχομένως δεν αναφέρονται. Επιπρόσθετα, πολλά άτομα είναι δυσαρεστημένα με την εικόνα του σώματος τους και ταλανίζονται από υποκλινικές διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές.

Για παράδειγμα, έχει αποδειχθεί ότι σε ποσοστό 80% οι Αμερικανίδες γυναίκες είναι δυσαρεστημένες με την εξωτερική τους εμφάνιση (Smolak, 1996). Το ποσοστό θνησιμότητας που σχετίζεται με τη νευρογενή ανορεξία σε γυναίκες ηλικίας 15 έως 24 ετών είναι δώδεκα φορές υψηλότερο από το ποσοστό θνησιμότητας ΟΛΩΝ των υπόλοιπων αιτιών θανάτου (Sullivan, 1995). Ας σημειωθεί ότι το αυξημένο αυτό ποσοστό θνησιμότητας αφορά αποκλειστικά και μόνο στα άτομα με νευρογενή ανορεξία, δίχως αυτό να σημαίνει ότι η νευρογενής ανορεξία αποτελεί τη βασική αιτία θανάτου μεταξύ όλων των γυναικών ηλικίας 15-24 ετών. Η νευρογενής ανορεξία έχει το υψηλότερο ποσοστό πρόωρης θνησιμότητας από όλες τις άλλες ψυχιατρικές ασθένειες (Sullivan, 1995).

Σε μία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που έγινε το 2003, οι Hoek και van Hoeken διαπίστωσαν ότι: Το 40% των πιο πρόσφατων περιστατικών ανορεξίας απαντάται σε κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών. Από το 1935 έως το 1989, η συχνότητα εκδήλωσης νευρογενούς ανορεξίας σημείωσε σημαντική αύξηση, ιδίως σε γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών.  Κάθε δεκαετία μετά το 1930, η συχνότητα εμφάνισης νευρογενούς ανορεξίας σε νεαρές γυναίκες ηλικίας 5-19 ετών σημείωσε αύξηση. Κατά την περίοδο 1988 – 1993, η συχνότητα εμφάνισης νευρογενούς βουλιμίας σε γυναίκες ηλικίας 10-39 ετών τριπλασιάστηκε. Μόλις το ένα τρίτο των ατόμων με ανορεξία ακολουθούν θεραπευτική αγωγή. Μόλις το 6% των ατόμων με βουλιμία ακολουθούν θεραπευτική αγωγή. Η πλειονότητα των ατόμων με σοβαρές διαταραχές πρόσληψης τροφής δεν τυγχάνουν της δέουσας περίθαλψης.

Δίαιτα και η Επιδίωξη της του Αδύνατου Σώματος Πάνω από τα μισά κορίτσια και περίπου το ένα τρίτο των αγοριών εφηβικής ηλικίας εκδηλώνουν μη υγιείς συμπεριφορές ελέγχου του σωματικού τους βάρους όπως η παράλειψη γευμάτων, η νηστεία, το κάπνισμα, ο αυτοπροκαλούμενος εμετός και η πρόσληψη καθαρτικών (Neumark-Sztainer, 2005).

Τα κορίτσια που κάνουν συχνά δίαιτα είναι 12 φορές πιο επιρρεπή σε επεισόδια υπερφαγίας από τα κορίτσια που δεν κάνουν δίαιτα (Neumark-Sztainer, 2005). Τα κορίτσια 1ης – 3ης γυμνασίου θα ήθελαν να είναι πιο λεπτά σε ποσοστό 42% (Collins, 1991). Το 81% των παιδιών ηλικίας 10 ετών φοβάται μήπως παχύνει (Mellin et al., 1991). Η μέση Αμερικανίδα γυναίκα έχει ύψος 1,63 m και ζυγίζει 63,5 kg. Το μέσο μοντέλο στην Αμερική έχει ύψος 1,80 m και ζυγίζει 53 kg.

Tα περισσότερα μοντέλα είναι πιο λεπτά από το 98% των Αμερικανίδων (Smolak, 1996). Το 46% των παιδιών ηλικίας 9-11 ετών “ενίοτε” ή “πολύ συχνά” κάνει δίαιτα , ενώ το 82% των οικογενειών τους κάνει επίσης δίαιτα “ενίοτε ” ή “πολύ συχνά” (Gustafson-Larson & Terry, 1992).

Το 91% των γυναικών που ρωτήθηκαν πρόσφατα σε ένα κολέγιο απάντησε ότι έχει επιχειρήσει να ελέγξει το βάρος του κάνοντας δίαιτα. Συγκεκριμένα, το 22% εξ αυτών απάντησε ότι κάνει δίαιτα “συχνά” ή “πάντα” (Kurth et al., 1995).

Το 95% όλων των ατόμων που κάνουν δίαιτα ξαναπαίρνει τα χαμένα κιλά σε διάστημα 1-5 ετών (Grodstein, et al., 1996). Στο 35% των περιπτώσεων ατόμων που κάνουν δίαιτα σε “φυσιολογικά πλαίσια”, η δίαιτα αποκτά παθολογικές διαστάσεις. Μάλιστα, το 20 με 25% των ατόμων αυτών εκδηλώνουν μερικώς ή πλήρως διατροφικές διαταραχές (Shisslak & Crago, 1995). Το 25% των Αμερικάνων ανδρών και το 45% των Αμερικανίδων βρίσκεται μονίμως σε δίαιτα (Smolak, 1996). Οι Αμερικανοί ξοδεύουν ετησίως πάνω από 40 δισεκατομμύρια δολάρια σε δίαιτες και συναφή προϊόντα. (Smolak, 1996).

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ Δ.Π.Τ. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Παρά το γεγονός οτι, κατά καιρούς, υπάρχουν απόπειρες καταγραφής των Δ.Π.Τ. στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία μας οι επιδημιολογικές μελέτες που είναι απαραίτητες για να έχουμε αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία δεν έχουν διεξαχθεί ακόμα.